Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2009

Zeit zum Kino!


Der Fremde Sohn

Los Angeles im Jahre 1928. An einem Samstagmorgen verlässt Christine Collins das Haus und geht zur Arbeit. Bei ihrer Rückkehr ist ihr Sohn Walter verschwunden, möglicherweise entführt.
Fünf Monate später wird ein neunjähriger Junge gefunden, der behauptet Christines Sohn zu sein. Doch während die Polizei ihren Erfolg feiert, ist sich Christine sicher, dass dieser Junge nicht ihr Sohn ist. Entgegen allen Bemühungen, diese Verwechslung zu beweisen, trifft sie bei der korrupten Polizei auf Widerstände. Ihre vehemente Forderung, die Suche nach Walter fortzusetzen, bringt sie in große Schwierigkeiten: Von der Polizei als hysterisch und gefährlich abgestempelt, wird sie ohne weiteres in die psychiatrische Klinik eingewiesen.

Einzig allein der Pfarrer Briegleb steht ihr zur Seite. Es gelingt ihm, den Fall öffentlich zu machen und Christine aus der psychiatrischen Klinik zu holen. Zwischenzeitlich wird ein grausamer Massenmord an 20 Jungen in Wineville aufgedeckt, der Täter bald gefunden und verhaftet. Es kommt zu zwei Prozessen, an denen Christine beisitzt. Die Oberhäupter der Los Angeles Polizei werden suspendiert und der Mörder zur Todesstrafe verurteilt.

Wenige Jahre später wird ein Junge gefunden, der unter den Gefangenen des Mörders war. Er erzählt, dass er mit Hilfe von Walter Collins fliehen konnte, allerdings nicht weiß, ob dieser noch lebt. Christine schöpft daraus Hoffnung und glaubt weiter an die Rückkehr ihres Sohnes.

Gewöhnliche Fehler

Λανθασμένη χρήση συγγενικών λέξεων

Αιτιολογώ: τεκμηριώνω, εξηγώ. Δικαιολογώ: δικαιώνω.
Απολαμβάνω: χαίρομαι, ευχαριστιέμαι. Απολαύω: δέχομαι, μου προσφέρεται (εκτίμηση, αναγν).
Νοητικός: αυτός που σχετίζεται με τη νόηση. Πνευματικός: αυτός που σχετίζεται με το πνέυμα.
Εξαιτίας: σε αρνητική περίπτωση. Χάρη σε: σε θετική περίπτωση.
Επισύρω: αρνητική σημασία. Προσελκύω: θετική σημασία.
Καταλογίζω: αρνητική σημασία. Αναγνωρίζω: θετική σημασία.
Περίπτωση: Περιστατικό. Περίσταση: κατάσταση.
Πλεονέκτημα: για πράγματα. Προτέρημα: για πρόσωπα.
Προοιωνίζομαι: προβλέπω (για πράγματα)-αρνητική σημασία. Προμηνύω: για άψυχα.
Πρώην: στο απώτερο παρελθόν. Τέως: ο αμέσως προηγούμενος, στο εγγύς παρελθόν.
Σαν: για παρομοίωση ή στη θέση αιτιολογικής πρότασης. Ως: Συνοδεύει συνήθως κατηγορούμενο. Δηλώνει χαρακτηριστικό ή ιδιότητα.

Feststehende Ausdrücke

Στερεότυπες φράσεις που λέγονται λανθασμένα


Ανέκαθεν και όχι από ανέκαθεν.
Αδιακρίτως φύλου και όχι αδιακρίτου φύλου.
Ανεξαρτήτως ηλικίας και όχι ανεξαρτήτου ηλικίας.
Εκ των ων ουκ άνευ και όχι εκ των ουκ άνευ.
Ελαφρά τη καρδία και όχι με ελαφρά την καρδία.
Επί το έργον και όχι επί τω έργω.
Μέτρον άριστον και όχι παν μέτρον άριστον.
Μακρόθεν και όχι εκ του μακρόθεν.
Ο/του/η/των...επικεφαλής και όχι του επικεφαλή.
Υπέρ το δέον και όχι υπέρ του δέοντος.
Υπό το μηδέν και όχι υπό του μηδενός

Imperativ---Ohne -ε!!!

Ορθή χρήση της προστακτικής

ΝΑΙ

Ανταπόδωσε

ΟΧΙ

Ανταπέδωσε

Αντίγραψε

Αντέγραψε

Απεύθυνε

Απηύθυνε

Απότρεψε

Απέτρεψε

Επανάλαβε

Επανέλαβε

Επίβαλε

Επέβαλε

Επίμεινε

Επέμεινε

Επίλεξε

Επέλεξε

Επίτρεψε

Επέτρεψε

Κατάβαλε

Κατέβαλε

Κατάγραψε

Κατέγραψε

Μετάτρεψε

Μετέτρεψε

Παράγγειλε

Παρήγγειλε

Περίγραψε

Περιέγραψε

Περισύλλεξε (να περισυλλέξεις)

Περισυνέλεξε (ΟΧΙ να περισυνελέξεις)

Πρόσλαβε

Προσέλαβε

Υπόβαλε

Υπέβαλε

Υπόγραψε

Υπέγραψε

Υπόδειξε

Υπέδειξε

Rechtschreibung

Διαφορές στην ορθογραφία ομόρριζων και ομόηχων λέξεων




καπηλεία

αλλά

αρχαιοκαπηλία

λατρεία

αλλά

αρχαιολατρία

πορεία

αλλά

πρωτοπορία/αργοπορία

οδύνη

αλλά

ανώδυνος

όλεθρος

αλλά

πανωλεθρία

όροφος

αλλά

ημιώροφος/ διώροφος/ πολυώροφος

Οφειλή, όφελος

όρυγμα/ορυκτό/ορυχείο

αλλά

αλλά

ωφέλεια, επωφελής

ανθρακωρύχος/ανθρακωρυχείο

αλείφω/επάλειψη/εξάλειψη

αλλά

αλοιφή

αμείβω

αλλά

αμοιβή

πηγαίνω

αλλά

πηγεμός

παλεύω

αλλά

παλαιστής

ποικίλλω

αλλά

ποικιλία/ποικίλος

λείπω

αλλά

λοιπός, υπόλοιπος, ελλιπής

κλίση< κλίνω, βλ. σύγκλιση

αλλά

κλήση

μείγμα, μείξη, αναμειγνύω

αλλά

μιγάς, αμιγής, μικτός


Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

"Gelehrte" Phrasen im Neugriechischen

Ελληνικά

Γερμανικά

ανωτέρα βία = λόγω ανωτέρας βίας, από απροσδόκητο γεγονός (που ξεφεύγει από τον έλεγχό μας)

Höhere Gewalt

βάσει, επί τη βάσει

= με βάση, βασιζόμενος σε, σύμφωνα με

Όλα έγιναν βάσει κανονισμού.
Δεν μπορείς να τα εξετάζεις όλα επί τη βάσει του δικού σου συμφέροντος.

Gemäß

γνωστόν τοις πάσι, τοις πάσι γνωστόν = σε όλους γνωστό, πασίγνωστο

Αυτό που λες είναι γνωστόν τοις πάσι.

Allgemein bekannt

δημοσία δαπάνη = με δημόσια δαπάνη, με έξοδα του δημοσίου

Η κηδεία του μεγάλου ποιητή έγινε δημοσία δαπάνη

Auf Staatskosten

δόξα τω Θεώ = δόξα να έχει ο Θεός

Δόξα τω Θεώ είμαστε όλοι καλά.

Gott sei Dank…

δυνάμει = σύμφωνα με

Ο πολίτης έχει αυτό το δικαίωμα δυνάμει του νόμου (= όπως απορρέει από την ισχύ του νόμου).

Kraft

Kraft des Gesetzes

ελλείψει = με έλλειψη, λόγω έλλειψης

Το έργο σταμάτησε ελλείψει χρημάτων

mangels

εν αγνοία = (σε άγνοια) = χωρίς γνώση

Όλα έγιναν εν αγνοία μου

.

Ohne meine Wissen

εν αντιθέσει (προς) = σε αντίθεση (με)

Ο Γιώργος είχε αντιρρήσεις, εν αντιθέσει προς εμένα που συμφώνησα απόλυτα

Im Gegensatz zu…

εν απουσία = κατά την απουσία

Η όλη ενέργεια εξελίχθηκε εν απουσία μου.

In Abwesenheit

εν αρχή στην αρχή, καταρχήν

«Εν αρχή, λοιπόν, το ανθρώπινο δυναμικό...»

εν τέλει, εντέλει =

Εν τέλει, αποδέχθηκε την ήττα του. Εντέλει, θά ρθεις ή όχι;

Anfangs

Schließlich, letztlich, Schlussendlich

εν γένει = γενικά

Ο καιρός της Αττικής είναι, εν γένει, αίθριος.



generell

εν γνώσει = σε γνώση, γνώστης, ξέροντας, γνωρίζοντας

wissentlich

εν ενεργεία = σε ενεργό υπηρεσία {όχι σε παύση, όχι σε σύνταξη}


Είναι ακόμα εν ενεργεία, ενώ εγώ πήρα σύνταξη



εν έτει = στο έτος, τη χρονιά

Εν έτει 2002 γίνονται τέτοια πράγματα!

Im Jahr(e)

εν ψυχρώ= ψύχραιμα και χωρίς κανένα δισταγμό
= σε ψυχρή κατάσταση

Τον εκτέλεσε εν ψυχρώ.

εν θερμώ=

= σε θερμή κατάσταση (με παροχή θερμότητας)
= σε έξαψη (όχι ψύχραιμα)
Μην παίρνεις ποτέ αποφάσεις εν θερμώ.

baltblütig

εν κατακλείδι = τελειώνοντας, κλείνοντας
(κατακλείδα = τελευταίο μέρος του λόγου, επίλογος)

Εν κατακλείδι, όπως έχουν τα πράγματα, η λύση είναι δύσκολη.

schliesslich

εν λειτουργία = σε λειτουργία

Όλος ο εξοπλισμός είναι εν λειτουργία.

In Betrieb

εν μέρει ως μέρος, μερικώς


εν όλω,
εν συνόλω,
εν τω συνόλω =
= ως σύνολο, συνολικά

Πρέπει να αντικατασταθεί η Ομάδα, εν όλω ή εν μέρει.
Έχεις εν μέρει δίκιο.

Zum Teil, teilweise



Im Ganze

εν ολίγοις = με λίγα λόγια

Kurz gesagt

εν ονόματι = στο όνομα, βάσει, δυνάμει

Εν ονόματι του νόμου, ανοίξτε!

Im Namen…

εν όψει = εν αναμονή, σε αναμονή, περιμένοντας
= σε θέση ορατότητας

Γυαλίσαμε το σύμπαν εν όψει της επιθεώρησης του στρατηγού.

Εχθρός εν όψει !

In Sicht, aussichtlich

Eν πάση περιπτώσει = τέλος πάντων, ό,τι κι αν γίνει, πάντως

Εν πάση περιπτώσει, είναι δικαίωμά σου να έχεις τη γνώμη σου.

jedenfalls

εν προκειμένω = επί του προκειμένου = σχετικά με αυτό που λέμε, σχετικά με το θέμα μας


εν ριπή οφθαλμού = (με το ρίξιμο του βλέμματος, σε μια ματιά) = αστραπιαία

Αντέδρασε εν ριπή οφθαλμού

blitzschnell

εν συνεχεία = στη συνέχεια, αμέσως μετά

Εν συνεχεία, εκφωνήθηκε ο πανηγυρικός της ημέρας

In Folge, danach

εν συντομία = (σε συντομία) = σύντομα (= με σύντομο τρόπο)

Η όλη περιγραφή έγινε εν συντομία

kurz

εν τοιαύτη περιπτώσει = (σε τέτοια περίπτωση) = αφού είναι έτσι (τα πράγματα)

Εν τοιαύτη περιπτώσει, εγώ παραιτούμαι!

Gegebenenfalls

εν τω μεταξύ = στο μεταξύ χρονικό διάστημα, στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, μεσολαβεί ή θα μεσολαβήσει

Ο Γιώργος θα αργήσει λίγο. Εν τω μεταξύ, εμείς μπορούμε να τακτοποιήσουμε λίγο το χώρο.

zwischenzeitlich

επ' αμοιβή = με αμοιβή (όχι δωρεάν)

Ο φοροτεχνικός παρέχει υπηρεσίες επ' αμοιβή

Gegen Bezahlung

εν ώρα ανάγκης = σε ώρα ανάγκης, αν χρειαστεί

Αμα έχεις κάτι στην άκρη, μπορείς το χρησιμοποιήσεις εν ώρα ανάγκης.

Im Notfall

εντάξει, εν τάξει = (στην τάξη) = τακτοποιημένος, σωστός (επίθ. και επίρρ.)

Ολα είναι εντάξει

In Ordnung

επ' αυτοφώρω = τη στιγμή του αδικήματος/εγκλήματος/παραπτώματος

Συνελήφθη επ' αυτοφώρω να αντιγράφει από την κόλλα του διπλανού του.

Auf frischer Zeit

επί λέξει = α) κατά λέξη, αυτολεξεί, με τις ίδιες ακριβώς λέξεις
β) λέξη προς λέξη, λεπτομερειακά

Είπε επί λέξει τα εξής

wörtlich

επί τη ευκαιρία

επ' ευκαιρία

= αλήθεια, μιας και τό ‘φερε η κουβέντα
= με αφορμή, εκμεταλλευόμενος την περίσταση

Επ' ευκαιρία της συνάντησης κάναμε και μια βόλτα στην πλατεία.


Επί τη ευκαιρία, πες μου τι έγινε με εκείνη την περίπτωση.

Bei Gelegenheit

λόγω = εξαιτίας

Λόγω της κακοκαιρίας έκλεισαν τα λιμάνια.

Aufgrund, Wegen

μέσω = με, δια μέσου, με τη βοήθεια

Αθήνα-Θεσσαλονίκη μέσω Λαρίσης. Επικοινωνία μέσω δικτύου υπολογιστών.

Über, durch

ονόματι = κατά το όνομα, με το όνομα

Κάποιος σύνεδρος, ονόματι Αγγελόπουλος, πρότεινε να γίνει ψηφοφορία. Γνώρισα κάποιον, ονόματι Αγγελόπουλο. Ακούστηκε η φωνή κάποιου, ονόματι Αγγελόπουλου.

(Βλέπε και εν ονόματι, επ' ονόματι)

namens

παρουσία = (με παρουσία κάποιου) = ενώ κάποιος είναι,ή ήταν, παρών

Παρουσία μου είπε όσα είπε.

In meiner Gegenwart

συν τοις άλλοις = μαζί με όλα τ' άλλα, σε όλα τα άλλα πρόσθεσε ότι

Συν τοις άλλοις, είναι και κακός μαθητής

Noch dazu

τοις μετρητοίς = σε μετρητά (αντίθετο: επί πιστώσει)

Αυτός πλήρωσε με πιστωτική κάρτα, ενώ εγώ τοις μετρητοίς.
Αυτό το κατάστημα δεν κάνει πίστωση, πουλάει μόνο τοις μετρητοίς.
Αυτός, φίλε μου, πουλάει τοις μετρητοίς (= είναι ξέγνοιαστος ,δεκάρα δεν δίνει).
(Βλέπε και «παίρνω τοις μετρητοίς»)

Bar

τω όντι, τωόντι = όντως, πράγματι, πραγματικά

Η κατάσταση είναι τωόντι πολύ σοβαρή.

Βλέπε και πράγματι, τη αληθεία.

wahrlich

φύσει = εκ φύσεως, από τη φύση του, λόγω της φύσης του

Είναι φύσει αδύνατον να συμβεί κάτι τέτοιο

Liegt in der/seiner Natur

ψυχή τε και σώματι = (με την ψυχή και με το σώμα) = με όλες τιςδυνάμεις, ολοκληρωτικά

Αφοσιώθηκε σ' αυτόν το σκοπό ψυχή τε και σώματι.

Leib und Seele